Σελίδες

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Μύθος

Ζωηρές προσδοκίες
Και σκοτεινά ξεχασμένα πηγάδια
Στους πρώιμους πρωτότυπους
Τρομαγμένους στίχους
Του ταλαιπωρημένου Μύθου
Που τόσα και τόσα χρόνια
Παραδέχονται,
Επιεικώς επιπόλαια
Οι τολμηρές γενιές
Των επίδοξων εφήβων.

             ~:~

Με τούτες τις μυστήριες στροφές
Παραμυθάδες σε παραμύθια
Παραμυθιάζουνε
Έτη παραμυθιασμένων.
Δαύτες ύστερα
Τις χορταίνουν ξανά και ξανά
Κρυφά αλλά και απρόσκοπτα
Με προκλητική συνέπεια
Προς αρνητική εντροπία 
Οι φρικτοί υπάλληλοι
Παραμελημένοι δόλια
Στα θλιβερά ληξιαρχεία
Ταμπουρωμένοι 
Σαν χειρόγραφα αριθμούν
Πάντα καλλιγραφώντας
Τα λοιπά στοιχεία
Των αποψινών πεσόντων
Στα καρτερικά εκείνα βιβλία
Των άλλοτε αλησμόνητων πρωτόκολλων.

             ~:~

Αψήφιστα πάλι καρτερούν
Γεμάτες
Οι παράτολμες σελίδες…
Τα μυστικά αυτά ημερολόγια
Του ερχόμενου Μάη
Που εκούσια τότε χαράμιζε
Τον αμύθητο μισθό
Τις ανυποψίαστης Άνοιξης
Στα αστεία τραγούδια
Των φτωχών αρλεκίνων
Αλλά και στις παραμελημένες κραυγές
Του ασίγητου ήθους.

               ~:~

Ωρυόμενο πλήθος οπλιτών
Αδημονεί
Να πάρει κλεφτά,
Λάφυρο
Το πολυπόθητο σημάδι
Απ’ τη δουλεμένη μασέλα
Του γέρικου δράκου.
Κι αυτός φυλάγεται πρόθυμος
Στα διεστραμμένα πατάρια
Μοιράζοντας ξένες φωτιές
Στις άλογες επιθυμίες
Και τις άπυρες συνήθειες
Των νεαρών πριγκίπων.

            ~:~

Έμορφοι κρυμμένοι 
Θαρρείς εκουσίως
Κι ολομόναχοι
Στα αμπαρωμένα παλάτια
Με τις απρόσεκτες χλιδές
Των σεμνών παρασκηνίων.
Αναμένουν εκεί εκστατικοί,
Λησμονημένοι,
Τον χειμωνιάτικο οίστρο
Μιας νέας,
Απείθαρχης,
Ματωμένης Σελήνης
Να τους χάριζε με μιας
Στερνή ντροπή.

            ~:~

Περασμένα Μεσάνυχτα
Κι όμως
Ακόμη καλά βαστούν
Οι αληγείς ανέμοι.
Εκεί ψηλά,
Πάνω από τα αρχινισμένα συνθήματα
Των ηρωικών στρατών
Στις δοξασμένες πλατείες…
Μα οι μνήμες των φωνών
Από τις εκστρατείες
Και του Μεγάλου Θριάμβου
Καλύπτονται πλέον ολοσχερώς…
…από τα ντεσιμπέλ.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Ριτενούτο

Δεν φτάνει μάλλοv
Που σωπάσανε οι άμωμες φωνές στην πούντα
Κλείσανε τώρα και αυτόν τον βλάσφημο
Που η γύμνια του έσταζε στερνή ελπίδα,
Τον Οδυσσέα,
Μοναχό και αναίσθητο
Στο υγρό και βρώμικο μπαλαούρο.
Μα χωρίς κανέναν γενναίο δισταγμό
Οι άκληρες επιθυμίες στη γέφυρα
Βάλανε ξανά πλώρη
Ανένδοτες
Για την επίμονη Ιθάκη.           
               ~:~
Σόλο οι ταλαίπωρες κιθάρες
Ερωτίζονται σπαραχτικά
Επιστρέφοντας εφέτος πρώιμα
Στις ψεύτικες ακροθαλασσιές
Ενώ ρημαγμένοι θερμαστές στη γάστρα
Εγκαταλείπουν τάχα την άπυρη ρουτίνα
Μες στ’ άγρυπνα σκοτάδια.
Να βγαίνουν λένε έτσι όπως είναι
Λερωμένοι
Στο κατάφωτο κατάστρωμα
Να κλέψουν λίγη δόξα κι αυτοί.
Λίγο ακόμα μπανιστήρι.
               ~:~
Γλεντάνε οι αδίστακτοι
Λαχταρώντας τον έκφυλο ήλιο
Και τρίβουν γελασμένοι
Τις άξεστες κοιλιές τους
Τώρα που ελεύθεροι πια
Χόρτασαν ταχιά μ’ αστόχαστο έθος
Αφού οι έμπειροι λοστρόμοι,
Που ετύγχαναν άλλοτε να γητεύουν
Μουρμουρίζοντας πλάνους σκοπούς
Την στιλπνή τους κουβερτάδα,
Χάθηκαν τρομαγμένοι
Στα λησμονημένα αμπάρια
Κάνοντας με τη σειρά τους
Πρόβα το ριτενούτο.
               ~:~
Κι η μυστική μουσική
-λόγω απόστασης-
Δε φθάνει πια θριαμβευτικά
Στα μαλακά αυτιά μας
Που τολμούν δειλά-δειλά
Τείνοντας κι αυτά
Θαρρείς απεγνωσμένα!

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Δοκίμιο

Ήταν και τότε
Που νεαρή η μπαργούμαν
Μας κερνούσε τα τελευταία
Και οι ανελέητες νύχτες
Ψυχορραγούσαν επιτέλους
Στα ταλαιπωρημένα μας ποτήρια.
                ~:~
Τινάχτηκες άξαφνα
Σαν λαβωμένο αγρίμι
Και παράδοξα ξεγελώντας
Την πληρωμένη συνήθεια
Μου υποσχέθηκες τρομαγμένος
Πως δεν θα άντεχες πια,
Δεν θα ξαναγυρνούσες
Κι έτρεξες πρόθυμος
Στις κατάφωτες εξόδους
Παρασύροντας αλόγιστα
Τις άσεμνες σιωπές των θαμώνων
Που ταμπουρωμένοι στα κρύσταλλα
Πίσω από την απατηλή υγρασία
Σημαδεύαν ασάλευτοι
Τη σαλή μου αγωνία
Να γητεύσω μονομιάς τις επιθυμίες
Που αναπάντεχα με έσυραν ξοπίσω σου.
Στους δικούς σου δρόμους.
                 ~:~
Εφέτος ξαναθυμήθηκα,
Ήταν σε τούτο το σταυροδρόμι
Που σε βρήκα χάμω γυμνό,
Λιπόθυμο.
Βαστώντας σε πάλι στοργικά
Στο λαχανιασμένο μου στέρνο
Σιγοτραγούδησα γοερά
Το λησμονημένο όνομά σου
Και χωρίς σκέψη
Μόνο με τη απρόσμενη σοφία
Του παράτολμου λυράρη,
Που δεν άντεξε μονάχος
Την μαθητευόμενη ντροπή,
Σε σήκωσα στις πλάτες.
                ~:~
Πριν ακόμα βραδιάσει
Μπουκάραμε αγκαλιασμένοι
Στο αποψινό καταφύγιο
Της ξεχασμένης λεωφόρου.
Αράξαμε στην κουρασμένη μπάρα.
Με μιας έγνεψες
Στη γριά μπαργούμαν,
Κέρασες τα πρώτα
Κι όλο το μαγαζί.
Ύστερα ξανασήκωσες τα ποτήρια
Λέγοντάς μου γελαστά... 
     ...«καλή αρχή!»