Σελίδες

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Δοκίμιο

Ήταν και τότε
Που νεαρή η μπαργούμαν
Μας κερνούσε τα τελευταία
Και οι ανελέητες νύχτες
Ψυχορραγούσαν επιτέλους
Στα ταλαιπωρημένα μας ποτήρια.
                ~:~
Τινάχτηκες άξαφνα
Σαν λαβωμένο αγρίμι
Και παράδοξα ξεγελώντας
Την πληρωμένη συνήθεια
Μου υποσχέθηκες τρομαγμένος
Πως δεν θα άντεχες πια,
Δεν θα ξαναγυρνούσες
Κι έτρεξες πρόθυμος
Στις κατάφωτες εξόδους
Παρασύροντας αλόγιστα
Τις άσεμνες σιωπές των θαμώνων
Που ταμπουρωμένοι στα κρύσταλλα
Πίσω από την απατηλή υγρασία
Σημαδεύαν ασάλευτοι
Τη σαλή μου αγωνία
Να γητεύσω μονομιάς τις επιθυμίες
Που αναπάντεχα με έσυραν ξοπίσω σου.
Στους δικούς σου δρόμους.
                 ~:~
Εφέτος ξαναθυμήθηκα,
Ήταν σε τούτο το σταυροδρόμι
Που σε βρήκα χάμω γυμνό,
Λιπόθυμο.
Βαστώντας σε πάλι στοργικά
Στο λαχανιασμένο μου στέρνο
Σιγοτραγούδησα γοερά
Το λησμονημένο όνομά σου
Και χωρίς σκέψη
Μόνο με τη απρόσμενη σοφία
Του παράτολμου λυράρη,
Που δεν άντεξε μονάχος
Την μαθητευόμενη ντροπή,
Σε σήκωσα στις πλάτες.
                ~:~
Πριν ακόμα βραδιάσει
Μπουκάραμε αγκαλιασμένοι
Στο αποψινό καταφύγιο
Της ξεχασμένης λεωφόρου.
Αράξαμε στην κουρασμένη μπάρα.
Με μιας έγνεψες
Στη γριά μπαργούμαν,
Κέρασες τα πρώτα
Κι όλο το μαγαζί.
Ύστερα ξανασήκωσες τα ποτήρια
Λέγοντάς μου γελαστά... 
     ...«καλή αρχή!» 

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Παρομοιώσεις

Θηλάζουν οι ολόλευκες αναπαυμένες
Στης παραμάνας την εύκαιρη αγκάλη
Στα γυμνά αίθρια των αρχοντικών κατοικιών
Ενώ εκεί έξω από τα μάνταλα
Έμπειρος ο καυτός ήλιος
Ζηλεύοντας τις δεήσεις των απίστων
Κερνάει φιλιά την Τερψιχόρη
Γλεντώντας τα παλλόμενα άρρενα πλήθη
Που πλημμυρίζουν την αυλή της χαϊδεμένης.
Ποθούν βοώντας την ένδοξη εκείνη ώρα,
Κρατώντας τη φλόγα ως το σούρουπο,
Που Μάνα τους θα βγει ολόχαρη 
Στα αυτόφωτα μπαλκόνια
Με ένα αβρό νεύμα
Απλώνοντας με μιας την στοργική σιωπή
Στην αιώνια σιγουριά του ορίζοντα,
Γλυκά κι απόψε να τους καληνυχτίζει. 

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Αστερίσκος

Η αυριανή μέρα θα δείξει από νωρίς
Αν το σημαδεμένο τούτο δειλινό
Ανεχθεί τις άξεστες σιωπές μας.
Εκείνες τις ώριμες ώρες
Του αρχινισμένου πανηγυριού
Οι μνήμες δόλια θα μολεύουν
Τα κρεμασμένα βλέμματα
Καθώς οι αδίστακτες φωνές στα πατάρια
Θα κερδίζουν ύπουλα στα σημεία.
Οι αμερόληπτοι θεράποντες
Θα σκορπίζουν ξανά εκούσια
Τον πολύβουο παρά τους
Στα χοντρά στοιχήματα της πλατείας
Και στις δεύτερες φύσεις.
Μα πιστές οι έμπειρες αγκάλες
Γοερά θα καρτερούν
Την ετυμηγορία των επίορκων
Βαστώντας γενναία τα κρίματα
Αιώνιες σκλάβες 
Των άλλοτε ευνοϊκών χρησμών
Ενώ οι ανένδοτοι κλητήρες
Θα πλησιάζουν κυρτοί,  
Αργά και βασανιστικά
Στις ολόφωτες εξόδους.