Σελίδες

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Ριτενούτο

Δεν φτάνει μάλλοv
Που σωπάσανε οι άμωμες φωνές στην πούντα
Κλείσανε τώρα και αυτόν τον βλάσφημο
Που η γύμνια του έσταζε στερνή ελπίδα,
Τον Οδυσσέα,
Μοναχό και αναίσθητο
Στο υγρό και βρώμικο μπαλαούρο.
Μα χωρίς κανέναν γενναίο δισταγμό
Οι άκληρες επιθυμίες στη γέφυρα
Βάλανε ξανά πλώρη
Ανένδοτες
Για την επίμονη Ιθάκη.           
               ~:~
Σόλο οι ταλαίπωρες κιθάρες
Ερωτίζονται σπαραχτικά
Επιστρέφοντας εφέτος πρώιμα
Στις ψεύτικες ακροθαλασσιές
Ενώ ρημαγμένοι θερμαστές στη γάστρα
Εγκαταλείπουν τάχα την άπυρη ρουτίνα
Μες στ’ άγρυπνα σκοτάδια.
Να βγαίνουν λένε έτσι όπως είναι
Λερωμένοι
Στο κατάφωτο κατάστρωμα
Να κλέψουν λίγη δόξα κι αυτοί.
Λίγο ακόμα μπανιστήρι.
               ~:~
Γλεντάνε οι αδίστακτοι
Λαχταρώντας τον έκφυλο ήλιο
Και τρίβουν γελασμένοι
Τις άξεστες κοιλιές τους
Τώρα που ελεύθεροι πια
Χόρτασαν ταχιά μ’ αστόχαστο έθος
Αφού οι έμπειροι λοστρόμοι,
Που ετύγχαναν άλλοτε να γητεύουν
Μουρμουρίζοντας πλάνους σκοπούς
Την στιλπνή τους κουβερτάδα,
Χάθηκαν τρομαγμένοι
Στα λησμονημένα αμπάρια
Κάνοντας με τη σειρά τους
Πρόβα το ριτενούτο.
               ~:~
Κι η μυστική μουσική
-λόγω απόστασης-
Δε φθάνει πια θριαμβευτικά
Στα μαλακά αυτιά μας
Που τολμούν δειλά-δειλά
Τείνοντας κι αυτά
Θαρρείς απεγνωσμένα!

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Δοκίμιο

Ήταν και τότε
Που νεαρή η μπαργούμαν
Μας κερνούσε τα τελευταία
Και οι ανελέητες νύχτες
Ψυχορραγούσαν επιτέλους
Στα ταλαιπωρημένα μας ποτήρια.
                ~:~
Τινάχτηκες άξαφνα
Σαν λαβωμένο αγρίμι
Και παράδοξα ξεγελώντας
Την πληρωμένη συνήθεια
Μου υποσχέθηκες τρομαγμένος
Πως δεν θα άντεχες πια,
Δεν θα ξαναγυρνούσες
Κι έτρεξες πρόθυμος
Στις κατάφωτες εξόδους
Παρασύροντας αλόγιστα
Τις άσεμνες σιωπές των θαμώνων
Που ταμπουρωμένοι στα κρύσταλλα
Πίσω από την απατηλή υγρασία
Σημαδεύαν ασάλευτοι
Τη σαλή μου αγωνία
Να γητεύσω μονομιάς τις επιθυμίες
Που αναπάντεχα με έσυραν ξοπίσω σου.
Στους δικούς σου δρόμους.
                 ~:~
Εφέτος ξαναθυμήθηκα,
Ήταν σε τούτο το σταυροδρόμι
Που σε βρήκα χάμω γυμνό,
Λιπόθυμο.
Βαστώντας σε πάλι στοργικά
Στο λαχανιασμένο μου στέρνο
Σιγοτραγούδησα γοερά
Το λησμονημένο όνομά σου
Και χωρίς σκέψη
Μόνο με τη απρόσμενη σοφία
Του παράτολμου λυράρη,
Που δεν άντεξε μονάχος
Την μαθητευόμενη ντροπή,
Σε σήκωσα στις πλάτες.
                ~:~
Πριν ακόμα βραδιάσει
Μπουκάραμε αγκαλιασμένοι
Στο αποψινό καταφύγιο
Της ξεχασμένης λεωφόρου.
Αράξαμε στην κουρασμένη μπάρα.
Με μιας έγνεψες
Στη γριά μπαργούμαν,
Κέρασες τα πρώτα
Κι όλο το μαγαζί.
Ύστερα ξανασήκωσες τα ποτήρια
Λέγοντάς μου γελαστά... 
     ...«καλή αρχή!» 

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Παρομοιώσεις

Θηλάζουν οι ολόλευκες αναπαυμένες
Στης παραμάνας την εύκαιρη αγκάλη
Στα γυμνά αίθρια των αρχοντικών κατοικιών
Ενώ εκεί έξω από τα μάνταλα
Έμπειρος ο καυτός ήλιος
Ζηλεύοντας τις δεήσεις των απίστων
Κερνάει φιλιά την Τερψιχόρη
Γλεντώντας τα παλλόμενα άρρενα πλήθη
Που πλημμυρίζουν την αυλή της χαϊδεμένης.
Ποθούν βοώντας την ένδοξη εκείνη ώρα,
Κρατώντας τη φλόγα ως το σούρουπο,
Που Μάνα τους θα βγει ολόχαρη 
Στα αυτόφωτα μπαλκόνια
Με ένα αβρό νεύμα
Απλώνοντας με μιας την στοργική σιωπή
Στην αιώνια σιγουριά του ορίζοντα,
Γλυκά κι απόψε να τους καληνυχτίζει.